Η μεσογειακή αναιμία αποτελεί κληρονομική νόσο του αίματος, χαρακτηριζόμενη από μείωση (ή παντελή έλλειψη) σύνθεσης πολυπεπτιδικών αλυσίδων της αιμοσφαιρίνης. Ανάλογα με τον τύπο των αλυσίδων που δεν παράγονται προκύπτει η αντίστοιχη μορφή της νόσου – με συνηθέστερες μορφές την α και β μεσογειακή αναιμία. Η μειωμένη παραγωγή α ή β αλυσίδων οδηγεί σε μειωμένη παραγωγή φυσιολογικής αιμοσφαιρίνης και εκδήλωση αναιμίας.
Το νόσημα παρατηρείται με αυξημένη συχνότητα στις χώρες της Μεσογείου και σε περιοχές της Ανατολής. Η συχνότητα των φορέων α και β-θαλασσαιμίας στην Ελλάδα υπολογίζεται σε ποσοστό 6% και 8%, αντίστοιχα, του γενικού πληθυσμού.
Κληρονομικότητα
Η μεσογειακή αναιμία κληρονομείται με τον αυτοσωματικό υπολειπόμενο χαρακτήρα. Έτσι, ένα ζευγάρι φορέων μεσογειακής αναιμίας παρουσιάζει 25% πιθανότητα απόκτησης πάσχοντος τέκνου.

Η πρόληψη γέννησης πάσχοντος παιδιού μπορεί να αποφευχθεί με την έγκαιρη ανίχνευση φορέων και την εφαρμογή γενετικής συμβουλευτικής. Για το σκοπό αυτό λειτουργούν στη χώρα ειδικές Μονάδες Πρόληψης Μεσογειακής Αναιμίας και λοιπών Αιμοσφαιρινοπαθειών.
Μορφές νόσου
Στην α μεσογειακή αναιμία διακρίνονται οι ακόλουθες μορφές:
- Σιωπηλή φορεία: Χαρακτηρίζεται από απουσία κλινικοεργαστηριακών ευρημάτων και η ανίχνευσή της απαιτεί την εφαρμογή μοριακών τεχνικών. Είναι αποτέλεσμα παρουσίας μετάλλαξης σε ένα α γονίδιο (ααthal/αα)
- Φορεία (ετερόζυγη μορφή): Συνοδεύεται από μεταβολή των ερυθροκυτταρικών παραμέτρων και χαρακτηριστικά ηλεκτροφορητικά ευρήματα. Είναι αποτέλεσμα παρουσίας μετάλλαξης σε δύο α γονίδια (ααthal/ααthal ή αα/αthalαthal).
- Αιμοσφαιρινοπάθεια Η: Χαρακτηρίζεται από ήπιας ή μέτριας βαρύτητας υπόχρωμη μικροκυτταρικήαναιμία, με συνοδά ευρήματα χρόνιας αιμόλυσης (ίκτερο, σπληνομεγαλία, χολολιθίαση). Είναι αποτέλεσμα παρουσίας μετάλλαξης σε τρία α γονίδια (ααthal/αthalαthal).
- Μείζων α μεσογειακή αναιμία (αιμοσφαιρινοπάθεια Bart’s): Η κατάσταση είναι ασύμβατη με τη ζωή χωρίς την έγκαιρη εφαρμογή ενδομήτριων μεταγγίσεων, ως αποτέλεσμα της παρουσίας βαριάς εμβρυικής αναιμίας και επακόλουθου ύδρωπα. Η υποκείμενη βλάβη αφορά και στα τέσσερα α γονίδια (αthalαthal/αthalαthal).
Στη β μεσογειακή αναιμία διακρίνονται οι ακόλουθες μορφές:
- Ετερόζυγη μορφή: Αποτελεί κλινικά ασυμπτωματική κατάσταση, με παθολογικές ερυθροκυτταρικές παραμέτρους στη γενική εξέταση αίματος και χαρακτηριστικά ηλεκτροφορητικά ευρήματα. Οφείλεται στην παρουσία ενός παθολογικού β γονιδίου (β/βthal).
- Μη μεταγγισιοεξαρτώμενη (ενδιάμεση β μεσογειακή αναιμία): Παρουσιάζει κλινική εικόνα χρόνιας αιμολυτικής αναιμίας, με περιστασιακή ανάγκη εφαρμογής μεταγγίσεων. Συνήθως, οφείλεται στην παρουσία δύο θαλασσαιμικών β γονιδίων (βthal/βthal). Ωστόσο, οι υποκείμενες βthal μεταλλάξεις είναι «ήπιες», οδηγώντας σε κάποια υπολειμματική παραγωγή φυσιολογικών αλυσίδων αιμοσφαιρίνης. Σπανιότερα, η μη μεταγγισιοεξαρτώμενη μορφή της νόσου μπορεί να οφείλεται στην συγκληρονόμηση ενός παθολογικού θαλασσαιμικού γονιδίου και ενός γονιδίου άλλης αιμοσφαιρινοπάθειας.
- Μεταγγισιοεξαρτώμενη (μείζων β μεσογειακή αναιμία): χαρακτηρίζεται από βαριά υπόχρωμη μικροκυτταρική αναιμία, σημαντική ηπατοσπληνομεγαλία, καθυστέρηση σωματικής αύξησης, οστικές αλλοιώσεις και ανάγκη εφαρμογής μεταγγίσεων από τη δεύτερη βρεφική ή νηπιακή ηλικία. Οφείλεται στην παρουσία δύο παθολογικών β γονιδίων (βthal/βthal) – ωστόσο, τουλάχιστον η μία εκ των δύο υποκείμενων μεταλλάξεων είναι σοβαρή, με αποτέλεσμα η υπολειπόμενη παραγωγή φυσιολογικών αλυσίδων να είναι ανεπαρκής ή και ανύπαρκτη.
Διάγνωση
Η υποψία της διάγνωσης τίθεται από την παρουσία υποχρωμίας και μικροκυττάρωσης στη γενική εξέταση αίματος, με συνοδό υψηλό αριθμό ερυθρών σε σχέση με το βαθμό της αναιμίας, παθολογική μορφολογία ερυθρών και παρουσία δεικτών αιμόλυσης μη άνοσου τύπου. Η διάγνωση τίθεται με την ηλεκτροφόρηση αιμοσφαιρίνης, ενώ η ταυτοποίηση των υπεύθυνων μεταλλάξεων μπορεί να γίνει με μοριακές τεχνικές.